Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'étranger
01
ξένος, άγνωστος
personne qu'on ne connaît pas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
étrangers
Παραδείγματα
Un étranger a frappé à la porte.
Ένας ξένος χτύπησε την πόρτα.
02
ξένη χώρα, εξωτερικό
lieu ou pays qui n'est pas le sien, hors du territoire national
Παραδείγματα
Il vit à l'étranger depuis cinq ans.
Ζει στο εξωτερικό εδώ και πέντε χρόνια.
étranger
01
ξένος, αλλοδαπός
qui appartient à un autre pays ou une autre nation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
étranger
αρσενικό πληθυντικό
étrangers
θηλυκό ενικό
étrangère
θηλυκό πληθυντικό
étrangères
Παραδείγματα
Les puissances étrangères ont signé un accord.
Οι ξένες δυνάμεις υπέγραψαν συμφωνία.
02
παράξενος, ασυνήθιστος
qui n'est pas connu, qui est inconnu ou inhabituel
Παραδείγματα
Cette sensation est étrangère pour moi.
Αυτό το αίσθημα μου είναι ξένο.



























