Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'étranger
[gender: masculine]
01
ξένος, άγνωστος
personne qu'on ne connaît pas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
étrangers
Παραδείγματα
Une étrangère a demandé son chemin.
Μια ξένη ρώτησε το δρόμο.
02
ξένη χώρα, εξωτερικό
lieu ou pays qui n'est pas le sien, hors du territoire national
Παραδείγματα
Les étudiants à l' étranger doivent s' adapter à une nouvelle culture.
Οι φοιτητές στο εξωτερικό πρέπει να προσαρμοστούν σε μια νέα κουλτούρα.
étranger
01
ξένος, αλλοδαπός
qui appartient à un autre pays ou une autre nation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
étranger
αρσενικό πληθυντικό
étrangers
θηλυκό ενικό
étrangère
θηλυκό πληθυντικό
étrangères
Παραδείγματα
Les relations avec les pays étrangers sont importantes.
Οι σχέσεις με τις ξένες χώρες είναι σημαντικές.
02
παράξενος, ασυνήθιστος
qui n'est pas connu, qui est inconnu ou inhabituel
Παραδείγματα
Ce mot est étranger à son vocabulaire.
Αυτή η λέξη είναι ξένη στο λεξιλόγιό της.



























