Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'étourderie
01
απροσεξία, αφηρημάδα
tendance à être distrait, à oublier ou négliger des choses
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Son étourderie lui fait oublier ses clés tous les jours.
Η αφηρημάδα του τον κάνει να ξεχνάει τα κλειδιά του κάθε μέρα.



























