Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'étourderie
01
απροσεξία, αφηρημάδα
tendance à être distrait, à oublier ou négliger des choses
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Les enfants montrent de l' étourderie quand ils sont fatigués.
Τα παιδιά δείχνουν απροσεξία όταν είναι κουρασμένα.



























