Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
étirer
01
τεντώνω, απλώνω
allonger ou étendre quelque chose en tirant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
étire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
étirons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
étirerai
ενεστώτα μετοχή
étirant
παθητική μετοχή
étiré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
étirions
Παραδείγματα
Étire bien la corde avant de la fixer.
Τεντώστε καλά το σχοινί πριν το στερεώσετε.
02
τεντώνομαι
allonger son corps ou ses membres pour se détendre
Παραδείγματα
Nous nous étirons ensemble chaque matin.
Τεντώνουμε μαζί κάθε πρωί.



























