étirer
Pronunciation
/etiʀe/

Ορισμός και σημασία του "étirer"στα γαλλικά

étirer
01

τεντώνω, απλώνω

allonger ou étendre quelque chose en tirant
étirer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
étire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
étirons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
étirerai
ενεστώτα μετοχή
étirant
παθητική μετοχή
étiré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
étirions
Παραδείγματα
Étire bien la corde avant de la fixer.
Τεντώστε καλά το σχοινί πριν το στερεώσετε.
02

τεντώνομαι

allonger son corps ou ses membres pour se détendre
étirer definition and meaning
Παραδείγματα
Nous nous étirons ensemble chaque matin.
Τεντώνουμε μαζί κάθε πρωί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store