étirer
étirer
et͡siʁe
etsire
étrier

Ορισμός και σημασία του "étirer"στα γαλλικά

étirer
01

τεντώνω, απλώνω

allonger ou étendre quelque chose en tirant 
étirer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
étire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
étirons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
étirerai
ενεστώτα μετοχή
étirant
παθητική μετοχή
étiré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
étirions
Παραδείγματα
Elle étire ses muscles avant de courir. 

Αυτή τεντώνει τους μύες της πριν από το τρέξιμο.

02

τεντώνομαι

allonger son corps ou ses membres pour se détendre 
étirer definition and meaning
Παραδείγματα
Je m'étire toujours en me réveillant. 

Τεντώνομαι πάντα όταν ξυπνάω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store