l'étable
étable
etabl
etabl
érable

Ορισμός και σημασία του "étable"στα γαλλικά

01

αχυρώνας, στάβλος

lieu fermé d'une ferme destiné aux vaches ou aux bœufs 
l'étable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
étables
Παραδείγματα
Les vaches dorment dans l'étable pendant l'hiver. 

Οι αγελάδες κοιμούνται στο σταύλο κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store