Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'équipement
[gender: masculine]
01
εξοπλισμός
ensemble des outils, appareils ou installations nécessaires pour accomplir une tâche ou une activité
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
équipements
Παραδείγματα
L' équipement informatique du bureau a été renouvelé.
Ο εξοπλισμός των υπολογιστών του γραφείου ανανεώθηκε.



























