l'équipement
équipement
ekɪpmã
ekipman

Ορισμός και σημασία του "équipement"στα γαλλικά

01

εξοπλισμός

ensemble des outils, appareils ou installations nécessaires pour accomplir une tâche ou une activité 
l'équipement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
équipements
Παραδείγματα
L'équipement de sécurité est obligatoire sur le chantier. 

Ο εξοπλισμός ασφαλείας είναι υποχρεωτικός στο εργοτάξιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store