l'équipage
Pronunciation
/ekipaʒ/

Ορισμός και σημασία του "équipage"στα γαλλικά

L'équipage
[gender: masculine]
01

πλήρωμα, ομάδα

groupe de personnes travaillant ensemble sur un véhicule (navire, avion, etc.)
l'équipage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
équipages
Παραδείγματα
L' équipage du Titanic comptait 900 membres.
Το πλήρωμα του Τιτανικού αριθμούσε 900 μέλη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store