Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'équilibre
[gender: masculine]
01
ισορροπία, ζυγός
état stable où les forces s'annulent
Παραδείγματα
Sans équilibre, la tour de cartes s' est effondrée.
Χωρίς ισορροπία, ο πύργος από χαρτιά κατέρρευσε.



























