l'équilibre
équilibre
ekilibʁ
ekilibr

Ορισμός και σημασία του "équilibre"στα γαλλικά

01

ισορροπία, ζυγός

état stable les forces s'annulent 
l'équilibre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'échelle a bougé et elle a perdu l'équilibre. 

Η σκάλα κινήθηκε και έχασε την ισορροπία της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store