Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
épuisé
01
εξαντλημένος, κουρασμένος
très fatigué, sans énergie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus épuisé
συγκριτικός βαθμός
plus épuisé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
épuisé
αρσενικό πληθυντικό
épuisés
θηλυκό ενικό
épuisée
θηλυκό πληθυντικό
épuisées
Παραδείγματα
Elle a l' air épuisée après avoir pris soin des enfants toute la journée.
Φαίνεται εξαντλημένη αφού φρόντισε τα παιδιά όλη μέρα.



























