Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'épreuve
01
διάγνωση, εξέταση
test ou examen pour évaluer des connaissances ou compétences
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
épreuves
Παραδείγματα
L'épreuve de mathématiques était très difficile.
Η εξέταση των μαθηματικών ήταν πολύ δύσκολη.
02
αγώνας, διαγωνισμός
compétition sportive ou épreuve organisée dans un sport
Παραδείγματα
L'épreuve de natation commence à 10 heures.
Ο αγώνας κολύμβησης ξεκινά στις 10.



























