l'épreuve
épreuve
epʁœv
eproev

Ορισμός και σημασία του "épreuve"στα γαλλικά

01

διάγνωση, εξέταση

test ou examen pour évaluer des connaissances ou compétences 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
épreuves
Παραδείγματα
L'épreuve de mathématiques était très difficile. 

Η εξέταση των μαθηματικών ήταν πολύ δύσκολη.

02

αγώνας, διαγωνισμός

compétition sportive ou épreuve organisée dans un sport 
Παραδείγματα
L'épreuve de natation commence à 10 heures. 

Ο αγώνας κολύμβησης ξεκινά στις 10.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store