l'énigme
é
e
ε
nigme
nɪgm
νιγκμ
énième

Ορισμός και σημασία του "énigme"στα γαλλικά

01

αίνιγμα, γρίφος

un problème ou une question difficile à comprendre ou à résoudre, souvent proposé pour divertir 
l'énigme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
énigmes
Παραδείγματα
L'énigme était difficile à résoudre. 

Το αίνιγμα ήταν δύσκολο να λυθεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store