Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
énervé
01
θυμωμένος, εκνευρισμένος
qui est en colère ou très agité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus énervé
συγκριτικός βαθμός
plus énervé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
énervé
αρσενικό πληθυντικό
énervés
θηλυκό ενικό
énervée
θηλυκό πληθυντικό
énervées
Παραδείγματα
Mon père s' est énervé pour une petite erreur.
Ο πατέρας μου θύμωσε για ένα μικρό λάθος.



























