Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
émacié
01
αδύνατος, εξασθενημένος
très maigre, affaibli, souvent à cause de la maladie ou de la faim
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus émacié
συγκριτικός βαθμός
plus émacié
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
émacié
αρσενικό πληθυντικό
émaciés
θηλυκό ενικό
émaciée
θηλυκό πληθυντικό
émaciées
Παραδείγματα
Après des mois de famine, son visage était émacié.
Μετά από μήνες πείνας, το πρόσωπό του ήταν αδυνάτιστος.



























