émacié
Pronunciation
/emasjˈe/

Ορισμός και σημασία του "émacié"στα γαλλικά

01

αδύνατος, εξασθενημένος

très maigre, affaibli, souvent à cause de la maladie ou de la faim
émacié definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus émacié
συγκριτικός βαθμός
plus émacié
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
émacié
αρσενικό πληθυντικό
émaciés
θηλυκό ενικό
émaciée
θηλυκό πληθυντικό
émaciées
Παραδείγματα
Elle avait les traits émaciés à force de ne pas manger.
Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της ήταν εξασθενημένα επειδή δεν έτρωγε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store