Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
élire
01
εκλέγω, ψηφίζω για
choisir quelqu'un pour un poste ou une fonction par vote
Παραδείγματα
Les membres du club élisent leur président lors de l' assemblée générale.
Τα μέλη του συλλόγου εκλέγουν τον πρόεδρό τους κατά τη γενική συνέλευση.



























