Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
élire
01
εκλέγω, ψηφίζω για
choisir quelqu'un pour un poste ou une fonction par vote
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
élis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
élisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
élirai
ενεστώτα μετοχή
élisant
παθητική μετοχή
élu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
élisions
Παραδείγματα
Les citoyens élisent le président tous les cinq ans.
Οι πολίτες εκλέγουν τον πρόεδρο κάθε πέντε χρόνια.



























