élire
élire
elir
elir
élite

Ορισμός και σημασία του "élire"στα γαλλικά

élire
01

εκλέγω, ψηφίζω για

choisir quelqu'un pour un poste ou une fonction par vote 
élire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
élis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
élisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
élirai
ενεστώτα μετοχή
élisant
παθητική μετοχή
élu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
élisions
Παραδείγματα
Les citoyens élisent le président tous les cinq ans. 

Οι πολίτες εκλέγουν τον πρόεδρο κάθε πέντε χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store