Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'égratignure
[gender: feminine]
01
γρατσουνιά, εκδορά
petite coupure ou rayure sur la peau causée par un objet pointu ou rugueux
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
égratignures
Παραδείγματα
Une égratignure peut laisser une petite cicatrice.
Ένα γδάρσιμο μπορεί να αφήσει μια μικρή ουλή.
02
γρατζουνιά, προσβολή
blessure légère ou atteinte mineure aux sentiments ou à l'honneur
Παραδείγματα
Même une petite égratignure peut laisser une impression durable.
Ακόμη και ένα μικρό γρατζούνισμα μπορεί να αφήσει μια διαρκής εντύπωση.



























