égaler
égaler
egale
egale
égayerétalerégarerécaler

Ορισμός και σημασία του "égaler"στα γαλλικά

égaler
01

ισούται

atteindre le même niveau ou la même valeur que quelque chose ou quelqu'un 
égaler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
égale
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
égalons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
égalerai
ενεστώτα μετοχή
égalant
παθητική μετοχή
égalé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
égalions
Παραδείγματα
Son nouveau record égale celui du champion. 

Το νέο του ρεκόρ ισούται με αυτό του πρωταθλητή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store