Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
égaler
01
ισούται
atteindre le même niveau ou la même valeur que quelque chose ou quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
égale
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
égalons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
égalerai
ενεστώτα μετοχή
égalant
παθητική μετοχή
égalé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
égalions
Παραδείγματα
La qualité de cette copie égale l' original.
Η ποιότητα αυτού του αντιγράφου ισοδυναμεί με το πρωτότυπο.



























