Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'édredon
01
πάπλωμα, χνούδι
couverture épaisse et souvent rembourrée, utilisée pour se couvrir et garder la chaleur pendant le sommeil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
édredons
Παραδείγματα
L'édredon est très chaud pendant l'hiver.
Το πάπλωμα είναι πολύ ζεστό το χειμώνα.



























