Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'écureuil
01
σκίουρος, κουνέλι
petit mammifère rongeur, agile et grimpeur, avec une longue queue touffue, vivant dans les arbres
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
écureuils
Παραδείγματα
Les enfants observent les écureuils dans le parc.
Τα παιδιά παρατηρούν τους σκίουρους στο πάρκο.



























