l'écureuil
écureuil
ekyʁœj
ekyroey
feuillechevreuilorgueilécueil

Ορισμός και σημασία του "écureuil"στα γαλλικά

01

σκίουρος, κουνέλι

petit mammifère rongeur, agile et grimpeur , avec une longue queue touffue, vivant dans les arbres 
l'écureuil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
écureuils
Παραδείγματα
L'écureuil saute d'une branche à l'autre avec agilité. 

Ο σκίουρος πηδάει από το ένα κλαδί στο άλλο με ευκινησία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store