Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
écraser
01
συγκρούομαι βίαια, συντρίβομαι
tomber ou entrer en collision avec quelque chose violemment, souvent en produisant un bruit fort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
écrase
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
écrasons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
écraserai
ενεστώτα μετοχή
écrasant
παθητική μετοχή
écrasé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
écrasions
Παραδείγματα
Le vase s'est écrasé par terre en tombant.
Το βάζο συντρίφθηκε στο πάτωμα όταν έπεσε.
02
συντρίβω, θρυμματίζω
appliquer une force pour aplatir, broyer ou réduire un objet ou un aliment en morceaux ou en pâte
Παραδείγματα
Elle écrase les pommes de terre pour faire de la purée.
Αυτή πολτοποιεί τις πατάτες για να φτιάξει πουρέ.



























