l'écouteur
Pronunciation
/ekutœʀ/

Ορισμός και σημασία του "écouteur"στα γαλλικά

L'écouteur
[gender: masculine]
01

ακουστικό, ακουστικά

petit appareil qu'on met à l'oreille pour écouter un son
l'écouteur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
écouteurs
Παραδείγματα
Il m' a prêté un écouteur pour que je puisse entendre la chanson.
Μου δάνεισε ένα ακουστικό για να μπορώ να ακούσω το τραγούδι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store