Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'écouteur
01
ακουστικό, ακουστικά
petit appareil qu'on met à l'oreille pour écouter un son
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
écouteurs
Παραδείγματα
J'ai perdu l'écouteur gauche de mes écouteurs.
Έχασα το αριστερό ακουστικό των ακουστικών μου.



























