Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'écosystème
[gender: masculine]
01
οικοσύστημα, οικολογικό σύστημα
ensemble formé par un milieu naturel et les êtres vivants qui y habitent
Παραδείγματα
Les scientifiques étudient les écosystèmes pour mieux comprendre la nature.
Οι επιστήμονες μελετούν τα οικοσυστήματα για να κατανοήσουν καλύτερα τη φύση.



























