écosser

Ορισμός και σημασία του "écosser"στα γαλλικά

écosser
01

ξεφλουδίζω, αποφλοιώνω

retirer les graines ou les légumes de leur enveloppe ou cosse avant consommation ou cuisson
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
écosse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
écossons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
écosserai
παθητική μετοχή
écossé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
écossions
Παραδείγματα
Il écossa les pois frais du jardin.
Ξεφλούδισε τα φρέσκα μπιζέλια από τον κήπο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store