l'écorchure
Pronunciation
/ekɔʀʃyʀ/

Ορισμός και σημασία του "écorchure"στα γαλλικά

L'écorchure
[gender: feminine]
01

γδάρσιμο, ξέσπασμα

une blessure légère où la peau est légèrement abîmée ou éraflée
l'écorchure definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
écorchures
Παραδείγματα
L' écorchure guérit rapidement avec un peu de désinfectant.
Η γδάρσι επουλώνεται γρήγορα με λίγο απολυμαντικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store