Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'économe
01
αποφλοιωτής λαχανικών, αποφλοιωτής πατάτας
petit ustensile de cuisine servant à éplucher les fruits et les légumes en retirant une fine couche de peau
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
économes
Παραδείγματα
Il faut laver l' économe après chaque utilisation.
Πρέπει να πλένεις τον ξυλόποδαρο μετά από κάθε χρήση.
économe
01
οικονομικός, φειδωλός
qui permet d'utiliser peu d'argent, d'énergie ou de ressources ; peu coûteux à l'usage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus économe
συγκριτικός βαθμός
plus économe
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
économe
αρσενικό πληθυντικό
économes
θηλυκό ενικό
économe
θηλυκό πληθυντικό
économes
Παραδείγματα
Ce système est économe à long terme.
Αυτό το σύστημα είναι οικονομικό μακροπρόθεσμα.



























