l'éclairage
éclairage
eklɛʁaʒ
eklerazh

Ορισμός και σημασία του "éclairage"στα γαλλικά

01

φωτισμός, φως

manière dont un lieu ou un objet est éclairé, lumière utilisée 
l'éclairage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
éclairages
Παραδείγματα
L'éclairage de la scène est très soigné. 

Ο φωτισμός της σκηνής είναι πολύ προσεκτικός.

02

προοπτική, οπτική γωνία

manière de considérer ou d'examiner une question, point de vue 
l'éclairage definition and meaning
Παραδείγματα
L'éclairage historique aide à mieux comprendre l'événement. 

Η ιστορική προσέγγιση βοηθά στην καλύτερη κατανόηση του γεγονότος.

03

φωτισμός, φωταγώγηση

technique  ou art de mettre en lumière un lieu, une scène ou un objet 
Παραδείγματα
L'éclairage de la scène a été conçu par un professionnel. 

Ο φωτισμός της σκηνής σχεδιάστηκε από έναν επαγγελματία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store