Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'éclairage
01
φωτισμός, φως
manière dont un lieu ou un objet est éclairé, lumière utilisée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
éclairages
Παραδείγματα
L'éclairage de la scène est très soigné.
Ο φωτισμός της σκηνής είναι πολύ προσεκτικός.
02
προοπτική, οπτική γωνία
manière de considérer ou d'examiner une question, point de vue
Παραδείγματα
L'éclairage historique aide à mieux comprendre l'événement.
Η ιστορική προσέγγιση βοηθά στην καλύτερη κατανόηση του γεγονότος.
03
φωτισμός, φωταγώγηση
technique ou art de mettre en lumière un lieu, une scène ou un objet
Παραδείγματα
L'éclairage de la scène a été conçu par un professionnel.
Ο φωτισμός της σκηνής σχεδιάστηκε από έναν επαγγελματία.



























