Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
échéant
01
ληξιπρόθεσμος, πληρωτέος
qui arrive à son terme ou doit être exécuté à une date fixée
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
échéant
αρσενικό πληθυντικό
échéants
θηλυκό ενικό
échéante
θηλυκό πληθυντικό
échéantes
θεματικό πεδίο
temps, finance, obligation
Παραδείγματα
Le paiement échéant le 15 juin a été effectué à temps.
Η πληρωμή προθεσμίας στις 15 Ιουνίου πραγματοποιήθηκε εγκαίρως.
LanGeek



























