Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
échéant
01
ληξιπρόθεσμος, πληρωτέος
qui arrive à son terme ou doit être exécuté à une date fixée
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
échéant
αρσενικό πληθυντικό
échéants
θηλυκό ενικό
échéante
θηλυκό πληθυντικό
échéantes
Παραδείγματα
Cette obligation devient échéante dans un mois.
Αυτή η υποχρέωση γίνεται προθεσμιακή σε ένα μήνα.



























