Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
échouer
01
αποτυγχάνω, κόβομαι
ne pas réussir un examen ou un projet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
échoue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
échouons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
échouerai
ενεστώτα μετοχή
échouant
παθητική μετοχή
échoué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
échouions
Παραδείγματα
Ils ont échoué malgré leurs efforts.
Απέτυχαν παρά τις προσπάθειές τους.



























