échouer
échouer
eʃwe
eshve
écrouer

Ορισμός και σημασία του "échouer"στα γαλλικά

échouer
01

αποτυγχάνω, κόβομαι

ne pas réussir un examen ou un projet 
échouer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
échoue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
échouons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
échouerai
ενεστώτα μετοχή
échouant
παθητική μετοχή
échoué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
échouions
Παραδείγματα
Il a échoué à son examen de français. 

Απέτυχε στην εξέτασή του στα γαλλικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store