l'échec
Pronunciation
/eʃɛk/

Ορισμός και σημασία του "échec"στα γαλλικά

L'échec
[gender: masculine]
01

αποτυχία, αποτυχία (συγκεκριμένη)

résultat négatif d'une action, absence de réussite
l'échec definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
échecs
Παραδείγματα
Après plusieurs échecs, elle a finalement réussi.
Μετά από αρκετές αποτυχίες, τελικά τα κατάφερε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store