Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'échauffement
01
ζέσταμα, ασκήσεις ζέσταμα
série d'exercices réalisés pour préparer le corps à l'activité physique ou au sport
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
échauffements
Παραδείγματα
L'échauffement est essentiel avant de courir.
Η προθέρμανση είναι απαραίτητη πριν από το τρέξιμο.
02
προθέρμανση, ενθουσιασμός
excitation, énergie ou enthousiasme avant une activité ou un événement
Παραδείγματα
L'échauffement des supporters se fait sentir avant le match.
Η προθέρμανση των οπαδών γίνεται αισθητή πριν από τον αγώνα.
03
θέρμανση, ζέσταμα
action de rendre quelque chose chaud ou tiède
Παραδείγματα
L'échauffement de l'eau est nécessaire avant de prendre la douche.
Η θέρμανση του νερού είναι απαραίτητη πριν από το ντους.



























