échapper
échapper
eʃape
eshape
écharper

Ορισμός και σημασία του "échapper"στα γαλλικά

échapper
01

δραπετεύω, ξεφεύγω

sortir d'un endroit contre la volonté de quelqu'un ou éviter un danger 
échapper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
échappe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
échappons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
échapperai
ενεστώτα μετοχή
échappant
παθητική μετοχή
échappé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
échappions
Παραδείγματα
Le prisonnier a réussi à échapper à la prison. 

Ο κρατούμενος κατάφερε να αποδράσει από τη φυλακή.

02

ξεφεύγω από τη μνήμη

sortir de la mémoire , ne plus se souvenir 
échapper definition and meaning
Παραδείγματα
Le nom du film m'a complètement échappé. 

Το όνομα της ταινίας μου ξέφυγε εντελώς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store