Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
échapper
01
δραπετεύω, ξεφεύγω
sortir d'un endroit contre la volonté de quelqu'un ou éviter un danger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
échappe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
échappons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
échapperai
ενεστώτα μετοχή
échappant
παθητική μετοχή
échappé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
échappions
Παραδείγματα
Cette occasion ne doit pas nous échapper.
Αυτή η ευκαιρία δεν πρέπει να μας διαφύγει.
02
ξεφεύγω από τη μνήμη
sortir de la mémoire, ne plus se souvenir
Παραδείγματα
Tous les détails me sont échappés avec le temps.
Με το πέρασμα του χρόνου, όλες οι λεπτομέρειες μου έφυγαν.



























