Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'échappement
01
εξάτμιση, σωλήνας εξάτμισης
dispositif d'un véhicule qui évacue les gaz brûlés du moteur
Παραδείγματα
L'échappement de la voiture fait beaucoup de bruit.
Η εξάτμιση του αυτοκινήτου κάνει πολύ θόρυβο.
02
απελευθέρωση, αποχώρηση
action de laisser sortir des gaz, des liquides ou de l'air
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
échappements
Παραδείγματα
L'échappement de gaz a provoqué une alerte dans l'usine.
Η διαρροή αερίου προκάλεσε συναγερμό στο εργοστάσιο.
03
μηχανισμός διαφυγής, σύστημα διαφυγής ρολογιού
mécanisme d'une montre ou d'une horloge qui règle l'avancée des aiguilles
Παραδείγματα
L'échappement est une pièce essentielle d'une montre mécanique.
Το διαφυγή είναι ένα βασικό μέρος ενός μηχανικού ρολογιού.



























