Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'échafaudage
01
σκαλωσιά, προσωρινή κατασκευή
structure provisoire en bois ou en métal permettant aux ouvriers de travailler en hauteur sur un bâtiment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
échafaudages
Παραδείγματα
Les ouvriers montent l'échafaudage pour peindre le mur.
Οι εργάτες συναρμολογούν τον σκαρφαλωτή για να βάψουν τον τοίχο.



























