l'échafaudage
Pronunciation
/eʃafodaʒ/

Ορισμός και σημασία του "échafaudage"στα γαλλικά

L'échafaudage
[gender: masculine]
01

σκαλωσιά, προσωρινή κατασκευή

structure provisoire en bois ou en métal permettant aux ouvriers de travailler en hauteur sur un bâtiment
l'échafaudage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
échafaudages
Παραδείγματα
L' entreprise loue des échafaudages pour les chantiers.
Η εταιρεία νοικιάζει σκαλωσιές για τους εργοτάξους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store