Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
écarté
01
απομονωμένος, απόμακρος
situé loin des lieux fréquentés ou centraux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus écarté
συγκριτικός βαθμός
plus écarté
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
écarté
αρσενικό πληθυντικό
écartés
θηλυκό ενικό
écartée
θηλυκό πληθυντικό
écartées
Παραδείγματα
Le cabanon est situé dans un coin écarté du jardin.
Το παράπηγμα βρίσκεται σε μια απομονωμένη γωνιά του κήπου.
02
απομακρυσμένος, τοποθετημένος με απόσταση
placé avec un espacement important entre les éléments
Παραδείγματα
Des taches écartées apparaissaient sur la feuille.
Διαχωρισμένες εμφανίζονταν κηλίδες στο φύλλο.



























