Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
écarté
01
απομονωμένος, απόμακρος
situé loin des lieux fréquentés ou centraux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus écarté
συγκριτικός βαθμός
plus écarté
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
écarté
αρσενικό πληθυντικό
écartés
θηλυκό ενικό
écartée
θηλυκό πληθυντικό
écartées
Παραδείγματα
Nous avons trouvé une plage écartée.
Βρήκαμε μια απομονωμένη παραλία.
02
απομακρυσμένος, τοποθετημένος με απόσταση
placé avec un espacement important entre les éléments
Παραδείγματα
Les arbres sont plantés de manière écartée.
Τα δέντρα φυτεύονται με αποστασιασμένο τρόπο.



























