Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
éblouissant
01
εκθαμβωτικός, τυφλωτικός
si brillant qu'il est difficile à regarder
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus éblouissant
συγκριτικός βαθμός
plus éblouissant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
éblouissant
αρσενικό πληθυντικό
éblouissants
θηλυκό ενικό
éblouissante
θηλυκό πληθυντικό
éblouissantes
Παραδείγματα
L' écran du téléphone dans le noir est trop éblouissant.
Η οθόνη του τηλεφώνου στο σκοτάδι είναι πολύ εκθαμβωτική.



























