Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le yak
[gender: masculine]
01
grand bovidé à longue toison vivant dans les montagnes d'Asie centrale, utilisé comme animal de port ou pour son lait et sa viande
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
yaks
Παραδείγματα
Les bergers élèvent des troupeaux de yaks dans les montagnes.



























