le tement
ve
tement
tmã
tman

Ορισμός και σημασία του "vêtement"στα γαλλικά

01

ρούχα, ενδύματα

objet que l'on porte pour couvrir le corps 
le vêtement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
vêtements
Παραδείγματα
Il achète un vêtement neuf pour l'hiver. 

Αγοράζει ένα νέο ρούχο για το χειμώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store