Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
véritable
01
αληθινός, γνήσιος
qui est réel, authentique ou sincère
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus véritable
συγκριτικός βαθμός
plus véritable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
véritable
αρσενικό πληθυντικό
véritables
θηλυκό ενικό
véritable
θηλυκό πληθυντικό
véritables
Παραδείγματα
La ville possède un véritable charme historique.
Η πόλη διαθέτει μια πραγματική ιστορική γοητεία.



























