véritable
Pronunciation
/veʀitabl/

Ορισμός και σημασία του "véritable"στα γαλλικά

véritable
01

αληθινός, γνήσιος

qui est réel, authentique ou sincère
véritable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus véritable
συγκριτικός βαθμός
plus véritable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
véritable
αρσενικό πληθυντικό
véritables
θηλυκό ενικό
véritable
θηλυκό πληθυντικό
véritables
Παραδείγματα
La ville possède un véritable charme historique.
Η πόλη διαθέτει μια πραγματική ιστορική γοητεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store