vrai
vrai
vʁɛ
vre
baiemuetmaislaid

Ορισμός και σημασία του "vrai"στα γαλλικά

01

αληθινός, σωστός

conforme à la réalité ou à la vérité, exact 
vrai definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus vrai
συγκριτικός βαθμός
plus vrai
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vrai
αρσενικό πληθυντικό
vrais
θηλυκό ενικό
vraie
θηλυκό πληθυντικό
vraies
Παραδείγματα
La réponse à cette question est vraie. 

Η απάντηση σε αυτήν την ερώτηση είναι σωστή.

02

αληθινός, γνήσιος

qui correspond à la réalité, authentique 
vrai definition and meaning
Παραδείγματα
C'est un vrai ami depuis de nombreuses années. 

Είναι ένας αληθινός φίλος εδώ και πολλά χρόνια.

01

αλήθεια, πραγματικότητα

ce qui correspond à la réalité ou à la vérité 
le vrai definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il cherche toujours le vrai dans les histoires qu'on lui raconte. 

Αναζητά πάντα την αλήθεια στις ιστορίες που του λένε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store