Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vrai
01
αληθινός, σωστός
conforme à la réalité ou à la vérité, exact
Παραδείγματα
Cette information est vraie et vérifiée.
Αυτή η πληροφορία είναι αληθινή και επαληθευμένη.
02
αληθινός, γνήσιος
qui correspond à la réalité, authentique
Παραδείγματα
Il a raconté la vraie histoire de sa famille.
Αφηγήθηκε την πραγματική ιστορία της οικογένειάς του.
Le vrai
[gender: masculine]
01
αλήθεια, πραγματικότητα
ce qui correspond à la réalité ou à la vérité
Παραδείγματα
Le vrai dépasse parfois la fiction.
Το αληθινό μερικές φορές ξεπερνά τη μυθοπλασία.



























