Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vraisemblable
01
πιθανός, πιστευτός
qui paraît vrai ou probable
Παραδείγματα
Son alibi n' est pas vraisemblable selon la police.
Το άλλοθι του δεν είναι πιθανό σύμφωνα με την αστυνομία.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
πιθανός, πιστευτός