Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vraisemblable
01
πιθανός, πιστευτός
qui paraît vrai ou probable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus vraisemblable
συγκριτικός βαθμός
plus vraisemblable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vraisemblable
αρσενικό πληθυντικό
vraisemblables
θηλυκό ενικό
vraisemblable
θηλυκό πληθυντικό
vraisemblables
Παραδείγματα
Son explication semble vraisemblable.
Η εξήγησή του φαίνεται πιθανή.
Λεξικό Δέντρο
vraisemblable
vrai
semblable



























