le voyageur
voyageur
vwajaʒœʁ
vvayazhoer
voyager

Ορισμός και σημασία του "voyageur"στα γαλλικά

01

ταξιδιώτης, επιβάτης

personne qui se déplace d'un lieu à un autre, surtout pour un trajet long ou un voyage 
le voyageur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
voyageurs
Παραδείγματα
Le voyageur attend son train sur le quai. 

Ο ταξιδιώτης περιμένει το τρένο του στον αποβάθρα.

02

ταξιδιώτης, ταξιδιώτρια

personne qui aime se déplacer souvent pour découvrir de nouveaux endroits 
le voyageur definition and meaning
Παραδείγματα
C'est un vrai voyageur, toujours en route. 

Είναι ένας πραγματικός ταξιδιώτης, πάντα στο δρόμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store