la volonté
volonté
vɔlɔ̃te
vawlawte

Ορισμός και σημασία του "volonté"στα γαλλικά

01

θέληση, αποφασιστικότητα

capacité à décider et à agir avec détermination 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Sa volonté de réussir est très forte. 

Η θέλησή του να πετύχει είναι πολύ δυνατή.

02

θέληση, επιθυμία

désir ou envie forte de faire quelque chose 
Παραδείγματα
Elle a la volonté de changer sa vie. 

Έχει τη θέληση να αλλάξει τη ζωή της.

03

θέληση

pouvoir de choisir ou de décider librement 
Παραδείγματα
C'est sa volonté de changer de carrière. 

Θέληση είναι η επιθυμία του να αλλάξει καριέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store