Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La volonté
01
θέληση, αποφασιστικότητα
capacité à décider et à agir avec détermination
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Sa volonté de réussir est très forte.
Η θέλησή του να πετύχει είναι πολύ δυνατή.
02
θέληση, επιθυμία
désir ou envie forte de faire quelque chose
Παραδείγματα
Elle a la volonté de changer sa vie.
Έχει τη θέληση να αλλάξει τη ζωή της.
03
θέληση
pouvoir de choisir ou de décider librement
Παραδείγματα
C'est sa volonté de changer de carrière.
Θέληση είναι η επιθυμία του να αλλάξει καριέρα.



























