le voleur
vo
βο
leur
lœʁ
λœρ
valeurvolervoyeurvioleur

Ορισμός και σημασία του "voleur"στα γαλλικά

01

κλέφτης, ληστής

personne qui prend ce qui appartient à quelqu'un d'autre sans permission 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
voleurs
αρσενικό ενικό
voleur
θηλυκό ενικό
voleuse
neutral form
cambrioleur
Παραδείγματα
Le voleur a été attrapé par la police. 

Ο κλέφτης συνελήφθη από την αστυνομία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store