Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La voile
01
πανί, ιστίο
grande toile fixée à un mât pour faire avancer un bateau avec le vent
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
voiles
Παραδείγματα
Le vent a gonflé la voile du bateau.
Ο άνεμος φούσκωσε το πανί της βάρκας.
02
ιστιοπλοΐα, κωπηλασία με ιστιοφόρο
sport ou activité de navigation avec un bateau à voile
Παραδείγματα
Elle pratique la voile depuis son enfance.
Ασκεί την ιστιοπλοΐα από την παιδική της ηλικία.
03
πέπλο, κάλυμμα
tissu porté sur la tête ou le visage, souvent pour se couvrir ou pour des raisons religieuses
Παραδείγματα
Elle porte le voile dans sa communauté.
Φοράει το πέπλο στην κοινότητά της.



























