Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le vocabulaire
01
λεξιλόγιο, λεξιπλασία
ensemble des mots et expressions utilisés dans une langue ou par une personne
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Elle enrichit son vocabulaire en lisant des livres.
Εμπλουτίζει το λεξιλόγιό της διαβάζοντας βιβλία.



























