Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vital
01
ζωτικός, απαραίτητος
très important ou nécessaire à la vie ou au bon fonctionnement de quelque chose
Παραδείγματα
C' est une décision vitale pour l' entreprise.
Είναι μια ζωτική απόφαση για την εταιρεία.



























