Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vital
01
ζωτικός, απαραίτητος
très important ou nécessaire à la vie ou au bon fonctionnement de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus vital
συγκριτικός βαθμός
plus vital
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vital
αρσενικό πληθυντικό
vitaux
θηλυκό ενικό
vitale
θηλυκό πληθυντικό
vitales
Παραδείγματα
C' est une décision vitale pour l' entreprise.
Είναι μια ζωτική απόφαση για την εταιρεία.



























