vital
Pronunciation
/vital/

Ορισμός και σημασία του "vital"στα γαλλικά

01

ζωτικός, απαραίτητος

très important ou nécessaire à la vie ou au bon fonctionnement de quelque chose
vital definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus vital
συγκριτικός βαθμός
plus vital
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vital
αρσενικό πληθυντικό
vitaux
θηλυκό ενικό
vitale
θηλυκό πληθυντικό
vitales
Παραδείγματα
C' est une décision vitale pour l' entreprise.
Είναι μια ζωτική απόφαση για την εταιρεία.

Λεξικό Δέντρο

vital
vit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store