Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La visière
01
γείσο, προστατευτική μάσκα προσώπου
partie rigide et transparente ou teintée placée à l'avant d'un casque ou d'une casquette pour protéger les yeux
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
visières
Παραδείγματα
J' ai nettoyé la visière pour mieux voir.
Καθάρισα το γείσο για να βλέπω καλύτερα.
02
γείσο, ηλιοσκιάστρα
accessoire fixé à un chapeau ou à une casquette pour protéger les yeux du soleil
Παραδείγματα
J' ai ajusté ma visière avant de marcher sous le soleil.
Προσάρμοσα το γείσο μου πριν περπατήσω κάτω από τον ήλιο.



























