Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
viser
01
στοχεύω, κατευθύνω
avoir pour objectif ou but quelque chose, diriger son attention ou ses efforts vers cela
Παραδείγματα
Elle vise à terminer son travail avant la fin de la journée.
Εκείνη στοχεύει να ολοκληρώσει τη δουλειά της πριν το τέλος της ημέρας.



























