Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
viser
01
στοχεύω, κατευθύνω
avoir pour objectif ou but quelque chose, diriger son attention ou ses efforts vers cela
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
visons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
viserai
ενεστώτα μετοχή
visant
παθητική μετοχή
visé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
visions
Παραδείγματα
Elle vise à terminer son travail avant la fin de la journée.
Εκείνη στοχεύει να ολοκληρώσει τη δουλειά της πριν το τέλος της ημέρας.



























