le visa
Pronunciation
/viza/

Ορισμός και σημασία του "visa"στα γαλλικά

01

βίζα, άδεια εισόδου

autorisation officielle apposée sur un passeport pour entrer ou séjourner dans un pays
le visa definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
visas
Παραδείγματα
Le visa touristique est valable trois mois.
Η τουριστική βίζα ισχύει τρεις μήνες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store