Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le visa
01
βίζα, άδεια εισόδου
autorisation officielle apposée sur un passeport pour entrer ou séjourner dans un pays
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
visas
Παραδείγματα
Le visa touristique est valable trois mois.
Η τουριστική βίζα ισχύει τρεις μήνες.



























