le violon
violon
vjɔlɔ̃
vyawlaw
violent

Ορισμός και σημασία του "violon"στα γαλλικά

01

βιολί, βιολί

instrument à cordes frottées joué avec un archet 
le violon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
violons
Παραδείγματα
Il joue du violon tous les soirs. 

Παίζει βιολί κάθε βράδυ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store