violer
vio
vjɔ
vyaw
ler
le
le
voilervioleurvoler

Ορισμός και σημασία του "violer"στα γαλλικά

violer
01

παραβιάζω, παραβαίνω

enfreindre une loi, un contrat ou un principe légal 
violer definition and meaning
Παραδείγματα
L'entreprise a violé les règles de sécurité. 

Η εταιρεία παραβίασε τους κανόνες ασφαλείας.

02

παραβιάζω, παραβαίνω

ne pas respecter une règle , une loi ou un droit 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
viole
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
violons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
violerai
παθητική μετοχή
violé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
violions
Παραδείγματα
Il a violé la loi en volant une voiture. 

Παραβίασε τον νόμο κλέβοντας ένα αυτοκίνητο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store