Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
violer
01
παραβιάζω, παραβαίνω
enfreindre une loi, un contrat ou un principe légal
Παραδείγματα
L'entreprise a violé les règles de sécurité.
Η εταιρεία παραβίασε τους κανόνες ασφαλείας.
02
παραβιάζω, παραβαίνω
ne pas respecter une règle , une loi ou un droit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
viole
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
violons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
violerai
παθητική μετοχή
violé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
violions
Παραδείγματα
Il a violé la loi en volant une voiture.
Παραβίασε τον νόμο κλέβοντας ένα αυτοκίνητο.



























